25 Φεβ 2010

Τι είναι η αλήθεια;

Προγραμματίζοντας την επόμενη ανάρτηση για την επιστήμη, συνειδητοποίησα ότι θα άφηνα ένα κενό αν εν τω μεταξύ δεν αναρτούσα κάτι και για την «Αλήθεια». Τα σχόλιά σας μου έδειξαν ότι αυτό που λέμε αλήθεια είναι διαφορετικό πράγμα στον καθένα. Διαφορετικά τα βλέπει ο ένας, διαφορετικά ο άλλος. Βέβαια το πρόβλημα αυτό το κατέδειξε πρώτα η φιλοσοφία, ανάμεσα στις δυο βασικές σχολές Υλισμού και Ιδεαλισμού, όμως το θέμα της αλήθειας διαφέρει και μεταξύ υλιστών και μεταξύ ιδεαλιστών. Πριν πάμε στη φιλοσοφία, ας έχουμε υπ’ όψιν μας ότι η αλήθεια ποτέ δεν είναι υποκειμενική. Δεν συμβαδίζει με την γνώμη μας, όση σιγουριά και να μας παρέχει, αν δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά και πρακτικά.



Οι αλήθειες δεν είναι υποκειμενικές αλλά αντικειμενικές και πάντα σχετικές διαφορετικά βλέπουμε τον κόσμο δογματικά, εγωκεντρικά και αυθαίρετα.
Δηλαδή το αληθινό δεν αντανακλά το αντικείμενο, την πραγματικότητα αλλά το υποκείμενο. Εμάς, την θέλησή μας, τον εγωισμό μας, τις ελλιπείς γνώσεις μας και πρώτα απ’ όλα την βεβαιότητά μας, ότι αυτό που μας δίδαξαν είναι το σωστό. Ο ιδεαλισμός γεννά το Απόλυτο και το Δόγμα. Γι αυτό, τη θεώρηση αυτή, την βλέπουμε κυρίως στους πιστούς των θρησκειών. Η βεβαιότητα τους κάνει ακλόνητους στις πεποιθήσεις τους, δογματικούς στις ιδέες τους, αγύριστους και επιθετικούς στην συμπεριφορά τους, αυτό που στο αποκορύφωμα με μια λέξη εννοούμε φονταμενταλισμό! Όμως και στους υλιστές, πολλές φορές, υπάρχει η βεβαιότητα που οδηγεί στο απόλυτο και δυστυχώς στην πλάνη και τη σκόπελο αυτή πολλές φορές δε την αποφεύγουν ούτε και διάνοιες.


Αρκετά πλατειάσαμε όμως, ας τα πάρουμε από την αρχή.
Στους αντικειμενικούς ιδεαλιστές η αλήθεια είναι αναλλοίωτα αιώνια, είναι η απόλυτη ιδιότητα των ιδεατών αντικειμένων (Πλάτων, Αυγουστίνος).
Στους υποκειμενικούς ιδεαλιστές η αλήθεια εξαρτάται απόλυτα από εμάς, από τη δραστηριότητά μας και την υπάρχουσα γνώση, από τη βούληση και τις επιθυμίες μας, δηλαδή μόνο από υποκειμενικούς παράγοντες (πίστη χωρίς φιλοσοφική κατεύθυνση).
Όμως, αν η αλήθεια είναι η επαρκής αντανάκλαση του αντικειμένου από το υποκείμενο, αυτό σημαίνει ότι από την ερμηνεία που δίνουμε στην «Εμπειρία» θα εξαρτηθεί πώς βλέπουμε τον κόσμο.
Οι ιδεαλιστές-εμπειριστές περιόριζαν την εμπειρία στο σύνολο των αισθημάτων και αρνούνταν ότι στη βάση της εμπειρίας βρισκόταν ο αντικειμενικός κόσμος (Μπέρκλευ, Χιούμ).
Οι υλιστές-εμπειριστές αντίθετα υποστήριζαν ότι πηγή της εμπειρίας είναι μόνο ο υλικός κόσμος (Μπαίηκον, Χόμπς, Λοκ, Ντιντερό, Ελβέτιους).
Οι ορθολογιστές πίστευαν ότι η λογική νόηση δεν μπορεί να βασίζεται στην εμπειρία γιατί αυτή δίνει ασαφή γνώση και οδηγεί στην πλάνη. Γι αυτό υποστήριζαν ότι το λογικό έχει την ικανότητα της νοητικής ενόρασης, την κατανόηση δηλαδή της αλήθειας άμεσα, παρακάμπτοντας το αισθητηριακό-εμπειρικό επίπεδο της γνωστικής διαδικασίας (Ντεκάρτ, Σπινόζα, Λαίμπνιτς). Ο Καντ άσκησε κριτική τόσο στους ορθολογιστές της νοητικής ενόρασης όσο και στους εμπειριστές που δέχονταν το σύνολο των αισθητηριακών δεδομένων. Ο Καντ έκανε λόγο για προεμπειρικές μορφές νόησης που κατέληγαν μέχρι την αυθαίρετη δημιουργική φαντασία.


Ο διαλεκτικός υλισμός ξεκινά από το ότι η εμπειρία έχει αντικειμενικό περιεχόμενο που εξαρτάται από την ανάπτυξη της πρακτικής και της γνωστικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Εδώ βλέπουμε ότι ο διαλεκτικός υλισμός ξεπέρασε το θεωρητικό χαρακτήρα του μηχανιστικού υλισμού, της εμπειρικής αντανάκλασης του αντικειμενικού κόσμου. Η εμπειρία δεν είναι πια το μοναδικό και παθητικό περιεχόμενο της συνείδησης, αλλά ο άνθρωπος μπορεί να την αλλάξει παρεμβαίνοντας και με την πρακτική του πάνω στον εξωτερικό του κόσμο.
Έτσι η αλληλοεπίδραση του κοινωνικού υποκειμένου με τον εξωτερικό κόσμο κάνει τη γνώση να εμπλουτίζεται ακόμα πιο πολύ.
Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι, αισθητηριακή εμπειρία και θεωρητική σκέψη είναι δύο απαραίτητα στοιχεία της διαδικασίας της γνώσης που βρίσκονται σε διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ τους!
Γι αυτό και η αλήθεια είναι ανεξάρτητη από υποκειμενικές γνώμες, επιθυμίες και προθέσεις!

Πρέπει να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το αληθινό απ’ αυτό που διακαώς επιθυμούμε να είναι αληθινό!
Όμως αυτό που λέμε αντικειμενική γνώση δεν είναι ποτέ μία αιώνια αλήθεια που δόθηκε άπαξ και δεν δύναται να αλλάξει. Μία τέτοια άποψη θα μετέτρεπε την κάθε γνώση σε ένα αναλλοίωτο δόγμα.
Την γνώση την κατακτούμε σταδιακά και διαρκώς με μεγαλύτερη προσέγγιση. Γι αυτό κάθε αντικειμενική αλήθεια είναι ταυτόχρονα μία σχετική αλήθεια. Όμως μεταξύ σχετικού και απόλυτου υπάρχει μια διαλεκτική αμοιβαία σχέση.
Η ανθρώπινη γνώση μπορεί να πλησιάσει την «απόλυτη» αλήθεια μόνο μέσα από την γνώση διαρκώς νέων σχετικών αληθειών. Ο γνωστικός αυτός δρόμος είναι ατέλειωτος. Ποτέ δεν θα υπάρξει οριστικό τέλος με αυτό που κάποιοι αποκαλούν «Απόλυτη αλήθεια», μια γνώση δηλαδή δοσμένη μια για πάντα, γιατί αυτό θα βρισκόταν σε αντίφαση με τους βασικούς νόμους της διαλεκτικής σκέψης.
Η αλήθεια είναι μία διαδικασία με εσωτερικές αντιθέσεις και συνδέεται με το συνεχές ξεπέρασμα των λαθών του παρελθόντος. Η επιστημονική γνώση δεν είναι σοφία, ούτε βίβλος απόλυτων και ακλόνητων αληθειών, άλλα διαδικασία που καθορίζει την αλήθεια από το υποθετικό και το κατά προσέγγιση προς το ουσιαστικό, το ακριβέστερο και γενικό. Η αλήθεια είναι σχετική εφόσον η νόηση αντανακλά το αντικείμενο όχι πλήρως αλλά μέσα στα γνωστά πλαίσια. Συνεχώς όμως θα προωθείται στο μέτρο που οι άνθρωποι τελειοποιούν τα εργαλεία παραγωγής και τα μέσα που αποκτούν τις γνώσεις τους. Να γιατί, στην διαλεκτική, λέμε ότι η αλήθεια είναι έννοια ιστορική.


Δεν μπορώ όμως χωρίς να αναφέρω και δυο τρεις αράδες από τον αγαπημένο μου Μπιτσάκη.
«Η αλήθεια δεν είναι προϊόν της σχέσης της νόησης με τον εαυτό της, αλλά της σχέσης της νόησης με τον κόσμο. Έτσι η αλήθεια δεν είναι ανάμνηση του κόσμου των ιδεών, δεν είναι αποκάλυψη, δωρεά του Υπέρτατου Νου, δεν εξαρτάται από έμφυτες ιδέες, δεν επιβάλλεται από τη νόηση χάρη σε προεμπειρικούς τύπους και κατηγορίες, δεν είναι πορεία προς την αυτοσυνείδηση. Η αλήθεια είναι συμφωνία της νόησης με την πραγματικότητα και κατακτιέται μέσα από την κοινωνική πράξη ως η θεωρητική της γενίκευση και ως οδηγός της. Γι’ αυτό η αλήθεια είναι ιστορικά καθορισμένη, δηλαδή σχετική και ταυτόχρονα ιστορικά αντικειμενική. Το σχετικό είναι στιγμή του απόλυτου. Άρα η σχετικότητα δεν αντιφάσκει με την αντικειμενικότητα, αν και τις δυο τις δούμε ιστορικά» (Ευτύχης Μπιτσάκης «Δρόμοι της Διαλεκτικής» Εκδόσεις Άγρα σελ.142-143).
Αυτό όμως που πρέπει να κρατήσουμε από το άρθρο αυτό είναι ο διαλεκτικός χαρακτήρας της γνώσης που παράλληλα το επιβεβαιώνει και η ιστορία της επιστήμης: οι γνώσεις μας αναπτύσσονται, βαθαίνουν, συγκεκριμενοποιούνται και τελειοποιούνται, όχι άπαξ και δια παντός, αλλά ιστορικά και κοινωνικά. Οι θεωρίες διαρκώς ελέγχονται, κάποιες υποθέσεις απορρίπτονται, άλλες γεννιούνται και άλλες επιβεβαιώνονται και γίνονται αποδεδειγμένες αλήθειες. Όμως και αυτές στο μέλλον πάλι θα υποστούν τον έλεγχο, κάτω από την τελειοποίηση των εργαλείων και των νέων μέσων που θα ανακαλυφτούν.
Να ένα παράδειγμα που απεικονίζει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη των ιδεών ή αυτό που ονομάζουμε αλήθεια.
Όταν ο Αϊνστάιν έβαλε κάτω τα χαρτιά του για να επινοήσει την «θεωρία της σχετικότητας» στο νου του πλανιόταν ακόμα ο αιθέρας.
Γρήγορα ο αιθέρας έγινε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και αργότερα φωτόνιο ορισμένης ενέργειας.
Παρά τα δεδομένα της επιστήμης που άλλαζαν με το χρόνο ο πιο κάτω διαλεκτικός νόμος από τον 19ο αιώνα διατηρεί όλη του την αίγλη! «Το αίσθημα είναι ο άμεσος δρόμος της συνείδησης με τον εξωτερικό κόσμο, η μετατροπή της ενέργειας της εξωτερικής διέγερσης σε δεδομένο της συνείδησης».


Εν κατακλείδι ποιο είναι το κριτήριο της αλήθειας;
Το κριτήριο της αλήθειας δεν βρίσκεται στη νόηση αυτή καθαυτή, όπως νομίζουν μερικοί.
Ούτε στην εκτός υποκειμένου πραγματικότητα που νομίζουν κάποιοι άλλοι.
Στη συνείδησή μας, αληθινό και αντικειμενικό, είναι αυτό που άμεσα ή έμμεσα επιβεβαιώθηκε στην πράξη ή αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Το λογικό κριτήριο της αλήθειας λοιπόν είναι παράγωγο του πρακτικού. Κι αυτό γιατί η πράξη αποδεικνύει, μέσα από την επικύρωση, την αντικειμενικότητα της αλήθειας.
Για να το θυμάστε έχετε στο νου σας αυτό: Δεν μετράνε τα λόγια, οι πράξεις μετράνε!
Να και ένα παράδειγμα: οι χριστιανοί λένε ότι η θρησκεία τους είναι αγάπη!
Είναι μια αληθής πρόταση αυτή; Τώρα, μόνο η ιστορία χρειάζεται για να επιβεβαιωθεί ότι αυτό δεν είναι αλήθεια.


Το είπαμε κι άλλη φορά και θα το ξαναπούμε: Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού με τον καλύτερο τρόπο, γιατί διαλεκτική σημαίνει κίνηση. Κίνηση της φύσης, της γνώσης και της κοινωνίας σε ένα αέναο γίγνεσθαι!
















Στις 5 του Μάρτη η σειρά αυτή των άρθρων θα κλείσει με το θέμα: Επιστήμη, ξέρουμε τι είναι;

15 Φεβ 2010

Απ’ τον σκεπτικισμό στον αγνωστικισμό και στην τύφλα μας τη μαύρη

Ο λόγος που καταπιάνομαι μ’ αυτήν την ανάρτηση είναι γιατί οι έννοιες που εκφράζουν φιλοσοφικά τον Σκεπτικισμό και Αγνωστικισμό είναι τόσο άγνωστες στο κοινό που περιδιαβαίνει τις διάφορες σελίδες του ιστοχώρου που με πιάνει απελπισία να βλέπω τόση άγνοια, ακόμα και διαστρέβλωση από κάποιους που το παίζουν αυθεντίες στη φιλοσοφία. Όμως, ας αρχίσουμε από τον σκεπτικισμό που είναι και ο αρχαιότερος.

Τον σκεπτικισμό τον θεμελίωσε ο Πύρρων (360-270) που καταγόταν από την Ηλεία αντιτιθέμενος στη διδασκαλία του Δημόκριτου υποστηρίζοντας την αναξιοπιστία της γνώσης.
Ο Πύρρων πίστευε ότι η γνώση που σχηματίζουμε για τον κόσμο μας είναι υποκειμενική (Υποκειμενικός Ιδεαλισμός). Οι αισθήσεις δε μας λένε την αλήθεια γιατί ο νους «ποικίλως τρέπεται» όπως έλεγε. Επομένως το κριτήριο θα είναι αγνώριστο, όπως και η αλήθεια! Τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται. Απλά έτσι φαίνεται σε μας. Σε κάποιον άλλον φαίνεται διαφορετικά.
Αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι οι Πυρρωνιστές δεν πίστευαν ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, ενώ η «ακαταληψία» είναι αυτό που σήμερα θα λέγαμε κατά μια έννοια «Αγνωστικισμό».
Μπορεί ο Πύρρων να αρνιόταν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον κόσμο, την έθετε όμως στα χέρια μόνο των θεών.
Σατιρίζοντάς τον ο Λουκιανός στο «Βίων Πράσις» βάζει τον Πύρρωνα να δυσπιστεί και να αμφιβάλει ότι πουλιέται σαν δούλος αντί μιας Αττικής μνας και το νέο του αφεντικό να του λέει «όταν σε βάλω στο χειρόμυλο, θα καταλάβεις με το χειρότερο τρόπο πως είμαι το αφεντικό σου» (27). Ουσιαστικά όμως ο Πυρρωνισμός τελειώνει με τον Τίμωνα (320-230), αφού η επανεμφάνισή του θα διαφοροποιηθεί με τον Αρκεσίλαο που εξέτρεψε την πορεία της Ακαδημίας προς το Σκεπτικισμό του Πύρρωνα. Ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης αργότερα επανέφερε την Ακαδημία στην παλιά της μορφή, έτσι και ο Αινησίδημος (2ος – 1ος αιώνας) από την Κνωσό της Κρήτης, ασκώντας κριτική ενάντια στους Νεοακαδημαϊκούς, επανέφερε κι αυτός τον Πυρρωνισμό στην παλιότερή του μορφή.

Όμως ο Νεοπυρρωνισμός αναβίωσε πάλι με τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος- 3ος αιώνας μετά τη χρονολόγησή μας). Ο Σέξτος ήταν φιλόσοφος και εμπειρικός γιατρός από όπου πήρε και το επίθετό του.
Οι σκεπτικοί ονόμαζαν όλους τους άλλους φιλοσόφους, δογματικούς και ανόητους, γιατί νόμιζαν, όπως έλεγαν, ότι ανακάλυψαν την αλήθεια, τη στιγμή που τίποτα δεν είναι αληθινό («ουδέν εστίν αληθές»). Μόνο οι Σκεπτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια χωρίς όμως να είναι βέβαιοι ότι θα την βρουν ποτέ.
Σύμφωνα με το Σέξτο λοιπόν, ακόμα και η έννοια της αιτιότητας αμφισβητείται, γιατί εμείς ορίζουμε την «αιτία» και το «αποτέλεσμα». Η σκεπτική αυτή «θέση» κλόνισε ακόμα και τη θεία πρόνοια, αφού η αιτιότητα είναι μια απλή επινόηση του νου και ο σκεπτικισμός έγινε εχθρικός ακόμα και σε κάθε μεταφυσική διάθεση. Δυστυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, η τελευταία κυριάρχησε ενώ αντίθετα ο σκεπτικισμός σίγησε περισσότερο από χίλια χρόνια.

Σήμερα ο σκεπτικισμός είναι η φιλοσοφία της αμφιβολίας, γιατί αμφισβητεί όχι μόνο τη δυνατότητα της γνώσης αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει την αλήθεια με τις αισθήσεις, με τη λογική ή και με τα δυο μαζί! Όποιος δεν συμφωνεί με τους σκεπτικιστές, είναι δογματικός και απόλυτος!
Στην ουσία ο σκεπτικισμός γίνεται ακραία μορφή πίστης, αφού στην ουσία οι ίδιοι δέχονται τη γνώση σαν απόλυτη, αναζητώντας την «αληθινή» ουσία των πραγμάτων.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη λογική ενός σκεπτικιστή φανταστείτε να σκεφτείτε κάπως έτσι:
Θα έπρεπε να είμαστε συγκρατημένοι και να μην έχουμε καμιά γνώμη για την αληθινή ουσία των πραγμάτων (αδόξαστοι).
Να μην έχουμε προτιμήσεις (ακλινείς).
Και τέλος να μην είμαστε βέβαιοι για τίποτα, ούτε να αρνιόμαστε κάτι (αφασία). Όλα αυτά όμως είναι που οδηγούν στην πίστη, γιατί αντιτίθενται στη γνώση, υποστηρίζοντας ότι ο θεός είναι άφατος! Ότι δηλαδή υπάρχει, αλλά δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε. Μυστικιστικά λοιπόν όσοι δέχονται το θεό τους άφατο, βρίσκονται σε αφασία (η γαλήνη είναι η μόνη ευτυχία του ανθρώπου). Κατά μια παραπλήσια λογική λειτουργεί σαν αυτό που λέμε σήμερα στη Δύση «αυτός βρίσκεται στη Νιρβάνα του!»

Την εποχή του διαφωτισμού ο σκεπτικισμός, κάτω από την ραγδαία επικράτηση του εμπειρισμού και του υλισμού, έβαλε αρκετό νερό στο κρασί του. Η εμπειρία ήταν χρήσιμη πια, όμως για μεταφυσικές αναζητήσεις ο σκεπτικισμός έβαζε όρια. Κάθε προσπάθεια πνευματικής αναζήτησης ήταν ματαιοπονία (David Hume). Όμως δεν μπορούσε να προβάλει άρνηση. Η μαλθακότητα αυτή οδηγούσε στον ιδεαλισμό. O Emmanuel Kant ακολούθησε το μέσο δρόμο της κριτικής. Ακολούθησε το δρόμο ανάμεσα στον δογματισμό, χωρίς να βάζει όρια στις γνωστικές δυνατότητες του ανθρώπου και στο γνωστό σκεπτικισμό που αμφισβητούσε τις δυνατότητες του ανθρώπου ριζικά! Με λίγα λόγια δεχόταν τα αντικείμενα να προκαλούν τις αισθητηριακές μας αντιλήψεις, όμως η λογική μας δεν μπορεί να δώσει κάποια αυθεντική γνώση των «πραγμάτων καθεαυτά». Ό,τι χάνει εδώ η γνώση το κερδίζει η πίστη. Αν ο θεός δεν μπορεί να ανακαλυφτεί εμπειρικά, δεν ανήκει στον κόσμο των φαινομένων και γι αυτό, συμπέρανε ο Καντ, δεν είναι δυνατή ούτε η απόδειξη, ούτε η απόρριψη του θεού! Η θρησκεία δηλαδή γίνεται αντικείμενο πίστης και όχι αντικείμενο της θεωρητικής φιλοσοφίας ή της επιστήμης.

Από την άποψη αυτή θα κρατηθούν πολλοί πιστοί, μέχρι τις μέρες μας, όταν θα αδυνατούν να συσχετίσουν την πίστη τους με τα συμπεράσματα της φιλοσοφίας ή της επιστήμης.

Τώρα, ήρθε η ώρα να πούμε δυο λόγια και για τον αγνωστικισμό που είναι φιλοσοφικό εφεύρημα των ημερών μας.
Σαν όρος επινοήθηκε το 1869 από τον Άγγλο φυσιοδίφη Thomas Henry Huxley (1825-1895) προκειμένου να θεμελιώσει τις απόψεις του στα μεταφυσικά και θρησκευτικά ζητήματα, που εκείνη την εποχή δέχονταν το ένα πίσω από το άλλο τα πυρά της επιστημονικής κοινότητας.
Ο αγνωστικισμός γεννιέται εκεί όπου τα επιχειρήματα καλλιεργούν την αμφιβολία ή αξιώνουν τις αποδείξεις. Ακριβώς εδώ είναι που ο αγνωστικισμός ταυτίζεται με τον σκεπτικισμό του Πύρρωνα και ακόμα παλαιότερα, του Πρωταγόρα και των πρώτων σοφιστών. Σαν φιλοσοφική διδασκαλία δέχεται ότι το ζήτημα της αλήθειας δεν μπορεί να λυθεί οριστικά, ειδικότερα σε ότι αφορά τη γνώση της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζει και ο άνθρωπος.
Η βικιπαίδεια, προσιτή σε όλους σας, μεταξύ άλλων, να τι ορισμό δίνει για τους αγνωστικιστές «Οι αγνωστικιστές μπορεί να ισχυρίζονται ότι δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε απόλυτη ή βέβαιη πνευματική (μεταφυσική) γνώση».
Τι είναι η πνευματική γνώση που εμείς σαν όντα ενός αντικειμενικού κόσμου καλούμαστε να κατακτήσουμε; Όμως ας ορίσουμε τον αγνωστικισμό με μια πιο γενική έννοια.


Ο αγνωστικισμός αποκλείει την πλήρη γνώση και ενισχύει την άποψη ότι είμαστε θύματα αυταπάτης και ανίκανοι από τη φύση μας να κατανοήσουμε ακόμα και τους φυσικούς νόμους επαρκώς. Έτσι, αφήνει πεδίο ανοιχτό για να αντιμετωπιστούν το ίδιο σοβαρά οι πιο απίθανες και παράλογες απόψεις που τις συναντά κανείς όταν καταπιάνεται να φιλοσοφήσει για υπαρξιακά ζητήματα, για το θεό, τη δημιουργία του σύμπαντος και τις νέες επιστημονικές θεωρίες όπως για παράδειγμα της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής για να μην αναφέρουμε κι άλλες που βρίσκονται στα σπάργανα (πεδίου, χορδές).
Σύμφωνα με όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι συνεπής με τον αγνωστικισμό ήταν η φιλοσοφία του Χιούμ η οποία αδυνατούσε να κρίνει τη σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την πραγματικότητα.
Αυτό όμως είναι πολύ κακό, ιδιαίτερα για μας που γνωρίσαμε το μεγαλείο του Διαλεκτικού Υλισμού και είμαστε πεπεισμένοι ότι υπάρχει αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στη γνώση και την πραγματικότητα, ανάμεσα στο ιδεατό και το είναι. Όμως κυρίως να γιατί είναι κακός ο αγνωστικισμός:
Θέτοντας ένα σύνορο ανάμεσα στη γνώση και την πραγματικότητα είμαστε αναγκασμένοι να δεχτούμε ότι η γνώση δεν μπορεί να κατανοήσει τη φύση. Συνεπώς ο άνθρωπος μη κατανοώντας τη φύση δεν μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο του και φυσικά αδυνατεί να τον αλλάξει. Ματαιοπονεί όταν δέχεται ότι τίποτα δεν είναι σωστό και γι αυτό δεν πρέπει να στηρίζεται στα συμπεράσματά του, γιατί πιθανότατα κάνει λάθος. Δεν μπορεί δηλαδή να είναι απόλυτα σίγουρος!
Ο αγνωστικισμός αδυνατεί επίσης να εξηγήσει πώς η γνώση μπορεί να μεγαλώσει τη δύναμη της ανθρωπότητας ώστε να κατακτήσει προς όφελός της τη φύση και γι αυτό η γνωσιολογική του φιλοσοφία είναι παθητική.
Οι αγνωστικιστές ισχυρίζονται ότι οι πληροφορίες μας για τον αντικειμενικό κόσμο, δηλαδή για τα αντικείμενα και τα φαινόμενά του, δεν μπορούν να ελεγχθούν με εγκυρότητα και γι’ αυτό η γνώση μας γι αυτά δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αφού αυτή συνεχώς αλλάζει. Εδώ οι αγνωστικιστές προφανώς αγνοούν την διαλεκτική που δέχεται ότι η αντικειμενική αλήθεια είναι σχετική και όχι απόλυτη. Αγνοούν πως μεταξύ του σχετικού και του απόλυτου υπάρχει μια διαλεκτική αμοιβαία σχέση. Αγνοούν ότι η αντικειμενική αλήθεια είναι ταυτόχρονα μια σχετική αλήθεια! Και κυρίως αγνοούν ότι ένα σύστημα γνώσης της φύσης, συμπληρωμένο μια για πάντα, βρίσκεται σε αντίφαση με τους βασικούς νόμους της διαλεκτικής σκέψης.

Ο αγνωστικισμός λοιπόν περιορίζει τη δυνατότητα της ανθρώπινης γνώσης και μας αφοπλίζει, καταδικάζοντάς μας στην παθητικότητα, αφήνοντας παράλληλα τόπο στην πίστη και στο υπερφυσικό. Μέσα από αυτά τα επινοήματα, ο αγνωστικιστής, προσπαθεί να βρει εξηγήσεις προκειμένου να γεμίσει τα κενά.

Αναγκαστικά, επίσης, θεωρεί το θεό άφατο και μη μπορώντας να αποδείξει ή να διαψεύσει το δόγμα αφήνει χαραμάδες στον ιδεαλισμό, απ’ όπου περνούν οι πιο αντιδραστικές και αντιεπιστημονικές ιδέες. Στη θέση όπου υπάρχει το άγνωστο ο ιδεαλισμός κυριαρχεί. Στη θέση της γνώσης μπαίνει η πίστη και η δεισιδαιμονία.
Έτσι ο αγνωστικιστής, στην αντιπαράθεση του υλιστή με τον ιδεαλιστή, συχνά θα ταχθεί με τον ιδεαλιστή, δίνοντας λαβή στην πίστη ακόμα και όταν ο ίδιος δεν το επιθυμεί. Γι αυτό ο αγνωστικισμός είναι στενά συνδεμένος με τον ιδεαλισμό. Ο αγνωστικιστής, μην μπορώντας να κατασταλάξει ποια θρησκεία είναι καλύτερη γίνεται άθρησκος, αλλά ρέπει προς τον ιδεαλισμό, αφού δεν μπορεί να απορρίψει το θεό και στη θέση του κενού αργά ή γρήγορα θα επιτρέψει στον ιδεαλιστή να γεμίσει παραλογισμούς και εικασίες.

Οι σκεπτικιστές λοιπόν, οι αγνωστικιστές και οι άθρησκοι δεν μπορούν να λέγονται άθεοι αφού μη μπορώντας να αποδείξουν τη μη ύπαρξη του θεού, αφήνουν ένα ερωτηματικό να πλανάται, δίνοντας την ευκαιρία στους ιδεαλιστές να εκμεταλλευτούν το άφατο του θεού και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Ο υλιστής άθεος δεν περιμένει καμιά τέτοια απόδειξη, αφού η ιδέα του θεού δεν ανήκει στην αντικειμενική πραγματικότητα και σαν υποκειμενική οντότητα (ιδέα) χωρίς την ύπαρξη του νου και του εγκέφαλου είναι ανύπαρκτος. Επίσης, όταν ο αγνωστικιστής θέτει σαν πλαίσιο αναφοράς την τέλεια γνώση (εγκυρότητα της γνώσης), για να πειστεί ότι δεν πλανάται, ουδέποτε θα φτάσει στην αλήθεια, θέτοντας όρια στην γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ουδέποτε θα κατανοήσει ότι η ανθρώπινη γνώση, μέρα με τη μέρα αυξάνεται κατακτώντας τη φύση και όσο την κατανοεί ανοίγεται η δυνατότητα να την αλλάξει προς το συμφέρον του (η αλήθεια είναι σχετική).
Ή όπως θα το λέγαμε απλά, οι σκεπτικιστές, οι αγνωστικιστές στερούνται υλιστικής διαλεκτικής αντίληψης και δεμένοι στο άρμα του μηχανιστικού υλισμού, ταυτίζονται με τον ιδεαλισμό (υποκειμενικό και αντικειμενικό).
Τώρα μπορείτε να αντιληφθείτε καλύτερα, ελπίζω, γιατί επέμενα τόσο πολύ στα προηγούμενα τρία άρθρα!
Σαν συμπέρασμα ας έχουμε αυτόν τον γενικό ορισμό:

Κοινωνικοϊστορικά, ο άνθρωπος κυριαρχεί όλο και περισσότερο πάνω στη φύση και ερμηνεύοντας τον κόσμο, με τον καλύτερο τρόπο (διαλεκτικός υλισμός), αυτό δείχνει ότι η γνώση όλο και περισσότερο καθρεφτίζει την πραγματικότητα επιβεβαιώνοντας την επιστήμη και την κοινωνική πρακτική, καταδικάζοντας παράλληλα την μεταφυσική σαν την θεωρία του απόλυτου, αποτέλεσμα κυρίως της μη αντιστοίχησης γνώσης και πραγματικότητας!

«Δογματισμός και σκεπτικισμός είναι και οι δυο, από μια άποψη, απόλυτες φιλοσοφίες» έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελ στα «αντιδημοφιλή δοκίμιά» του. «Ο οπαδός του πρώτου είναι βέβαιος ότι γνωρίζει και ο οπαδός του δεύτερου ότι δεν γνωρίζει. Εκείνο ακριβώς που πρέπει να εξαλείψει η φιλοσοφία είναι η βεβαιότητα, η βεβαιότητα είτε της γνώσης είτε της άγνοιας».
Με τα φιλοσοφικά τερτίπια, όχι τόσο του σκεπτικισμού όσο του αγνωστικισμού, ο άνθρωπος κατάφερε να φρενάρει τη δυνατότητά του να γνωρίσει τον κόσμο και με πρόσχημα την αδυναμία του αυτή, φτωχαίνει ο ίδιος, πλουτίζοντας αυτούς που υποτίθεται ότι πολεμά.

Τελεία και Παύλα!
Στις 25 Φεβρουαρίου η ανάρτηση θα περιστραφεί γύρω από την «αλήθεια»: Τι είναι η αλήθεια;
Στις 5 του Μάρτη η σειρά αυτή των άρθρων θα κλείσει με το θέμα: Επιστήμη, ξέρουμε τι είναι;
Ούφ… και τελειώσαμε με τη φιλοσοφία!…δύσκολη η καλογερική, έτσι;!


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
14/10/2013
Μετά από τέσσερα χρόνια είμαι αναγκασμένος να κάνω αυτό το παράρτημα για να δώσω με συνοπτικότερο τρόπο τις διαφορές στους δυο αυτούς όρους που συνεχίζουν να διαστρεβλώνονται από αμφότερους. Αν δεν ευοδώθηκε με το πιο πάνω κείμενο, να φανούν οι διαφορές, κρίνοντας ότι λόγω έκτασης δεν μελετήθηκε όσο έπρεπε, ελπίζω το πιο κάτω συνοπτικό κείμενο δείξει και στους ίδιους τους αγνωστικιστές ότι ίσως κακώς ερμήνευσαν τον τίτλο που διάλεξαν να φέρουν!
Ας τελειώνουμε επιτέλους με τους όρους «άθεος» και «αγνωστικιστής» Τον τίτλο που αποφασίζουμε να εκπροσωπούμε, τον δεχόμαστε επειδή κυρίως μας εκφράζει και όχι επειδή μας αρέσει να λεγόμαστε έτσι.

 
Αγνωστικιστής είναι εκείνος που στην κρίση του αν υπάρχει θεός απαιτεί την απόδειξη.
Σε αυτό είναι απόλυτος, διαφορετικά δεν παραδέχεται τίποτα.
Ούτε αν υπάρχει, ούτε αν δεν υπάρχει. Θεωρεί το θεό άφατο.
Δηλώνει δηλαδή άγνοια και αφασία.

Γι αυτό η κρίση του Αγνωστικιστή είναι η αμφιβολία (άγνωστο> Αγνωστικιστής)

Άθεος είναι εκείνος που στην κρίση του αν υπάρχει θεός απαντά με άρνηση,
όχι επειδή έτσι του αρέσει, αλλά επειδή μέσα από την έρευνα που έκανε,
καμιά απόδειξη δεν τον έπεισε για το αντίθετο.
Αντίθετα μάλιστα, μέσα από την θρησκειολογία και την φιλοσοφία,
έχει πεισθεί ότι θεός δεν υπάρχει.

Γι αυτό η κρίση του άθεου είναι η άρνηση (στερητικό α στην ιδέα του θεού> Άθεος)

Σύμφωνα με τους πιο πάνω ορισμούς προκύπτει ότι και οι δυο απαιτούν αποδείξεις: ο άθεος από τους πιστούς ότι ο θεός υπάρχει και ο αγνωστικιστής από τους πιστούς αν υπάρχει και από τους άθεους ότι δεν υπάρχει! Ακριβώς αυτός ο δεύτερος όρος των αγνωστικιστών είναι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τους άθεους και τους διαφοροποιεί. Άρα, δεν μπορούμε να τους συμπεριλάβουμε φιλοσοφικά στην ίδια κατηγορία.
Εν κατακλείδι, ο άθεος φιλοσοφικά είναι κατασταλαγμένος, ενώ ο αγνωστικιστής, στο θέμα του θεού, μη μπορώντας να κρίνει, στέκεται με το ένα πόδι στην άρνηση και με το άλλο στην κατάφαση.

Πιστεύω ότι τώρα όχι μόνο φάνηκαν οι διαφορές αλλά παράλληλα δόθηκε και ένας τελεσίδικος ορισμός, ώστε στο μέλλον να αποφεύγουμε παρανοήσεις και παρεξηγήσεις που μόνο από άγνοια προκύπτουν.

5 Φεβ 2010

Απ’ τον υλισμό στη διαλεκτική

Σε συζητήσεις με θέμα τις θρησκείες και το Θεό κυριαρχεί η άποψη ότι αυτές δεν βγάζουν πουθενά, επειδή όσα λέει ο ένας αντικρούονται από τον άλλο σε μία ατέρμονη συζήτηση πολλών και διαφορετικών θεμάτων χωρίς να βγαίνει ουσιαστικό συμπέρασμα.
Μπορεί να αλλάξει αυτό, τι λέτε;
Μπορούμε να καταλήξουμε κάπου, μπορούμε να αποστομώσουμε κάποιον που με αφέλεια δέχεται πράγματα που δεν μπορούν να αποδειχτούν;
Η απάντηση είναι ναι και στα δυο ερωτήματα, αρκεί να υιοθετήσουμε τη λογική της υλιστικής θεώρησης του κόσμου. Μόνο με τη λογική αυτή μπορεί να επιχειρηματολογήσει κάποιος κι αυτό γιατί ο κόσμος μας είναι υλικός.
Όμως, ας αρχίσουμε από τους ορισμούς και το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας που θίγει η υλιστική αντίληψη για τον κόσμο. Πρώτα, βέβαια, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πώς βλέπουμε τον κόσμο μας: μονιστικά ή δυιστικά;

Ο μονισμός είναι μία φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου μία πηγή, μια αρχή και θεμελιώδη. Δέχεται ότι αυτή είναι υλική.
H πρώτη αρχή, το «όντως ον» που ενέπνευσε τους πρώτους υλιστές φιλόσοφους της αρχαιότητας, δεν είναι το πνεύμα, αλλά ένα υλικό στοιχείο (το Νερό για παράδειγμα στον Θαλή τον Μιλήσιο ή η Φωτιά για τον Ηράκλειτο) και από αυτό προήλθαν όλα τα’ άλλα..
Υπάρχει και μονισμός που δέχεται σαν αρχή το πνεύμα, την ιδέα (Πλάτων). Οι πρώτοι λέγονται Υλιστές, οι δεύτεροι Ιδεαλιστές. Μεταξύ τους όμως υπάρχει ανειρήνευτη φιλοσοφική διαμάχη ορίζοντας το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας.

Ο δυϊσμός είναι η φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου δυο αδιαίρετες πηγές, την ύλη και το πνεύμα, σαν μια προσπάθεια συμφιλίωσης των δυο φιλοσοφικών κατευθύνσεων. Οι δυϊστές δέχονται την ύλη και το πνεύμα σαν ανεξάρτητες οντότητες που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους (Ρενέ Ντεκάρτ). Όμως αυτή η φιλοσοφική κοσμοθεώρηση οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό, στον αντίποδα του οποίου βρίσκεται ο υλισμός και φυσικά ανάμεσά τους η προαιώνια διαμάχη.
Ποια η διαφορά μεταξύ τους;

Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι αυτό που ερευνά τη σχέση της Νόησης με το Είναι. Την σχέση της συνείδησης και του κόσμου, για να το πούμε πιο απλά.
Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, όπως αλλιώς λέγεται, θέλει τη φιλοσοφία χωρισμένη σε δυο μεγάλα στρατόπεδα, αυτό του υλισμού και εκείνο του ιδεαλισμού.Τα στρατόπεδα αυτά αφορούν κατευθύνσεις σκέψης.
Γιατί όμως η φιλοσοφία χωρίζεται ανάμεσα στις δυο αυτές κατευθύνσεις;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την δίνει η ίδια η φιλοσοφία. Οι βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις κάθε σχολής έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, γιατί η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού είναι η κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής σκέψης και νομοτέλεια της ιστορικής της πορείας. Ο φιλόσοφος και γενικά ο άνθρωπος ωριμάζει μέσα στην κοινωνική πάλη και στις αντιθέσεις της και γι αυτό από την οπτική αυτή εξαρτώνται όλα του τα συμπεράσματα για τον κόσμο.
Ο τρόπος που σκέπτεται αφορά την ερμηνεία που θα δώσει ο ίδιος για τον κόσμο του. Μπορεί να τον γνωρίσει… πόσο και γιατί…

Ο υλισμός θεωρεί τον κόσμο μας καθοριστικό, θεμελιακό και πρωτεύων, τη δε συνείδηση, τη σκέψη και το πνεύμα δευτερεύοντα. Συνεπώς η ύλη προηγείται, ενώ η συνείδηση σαν δευτερεύων παράγοντας είναι προϊόν εξέλιξης της ύλης, του εγκέφαλου δηλαδή. Η συνείδηση είναι η ιδεατή αντανάκλαση του υλικού κόσμου (ανθρώπινος εγκέφαλος) και στον άνθρωπο χρησιμεύει σαν μέσο για να τον ερμηνεύει, γι’ αυτό είναι αδιανόητο να νοηθεί αποσπασμένη από τον εγκέφαλο που την γεννά. Οι υλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας δεν τον δημιούργησε κανένας. Είναι αιώνιος (αΐδιος) και απειρόμορφος και ό,τι υπάρχει γύρω του υπάρχει αντικειμενικά και ανεξάρτητα από αυτόν. Τα αντικείμενα υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ τη σκέψη μας. Είναι αντικειμενικά. Υπάρχουν είτε τα σκεφτόμαστε είτε όχι. Είτε υπάρχουμε εμείς είτε όχι!
Στον ιδεαλισμό η ιδέα, η σκέψη, η συνείδηση, το πνεύμα και ο θεός είναι το καθοριστικό, το θεμελιακό και το πρωτεύον. Ο κόσμος, η φύση, η ύλη παράγονται ή εξαρτούνται από τη συνείδηση, το πνεύμα και το θεό. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι το πνεύμα υπήρχε πριν τον υλικό μας κόσμο. Αυτόν τον δημιούργησε το πνεύμα, το ιδεατό, δηλαδή ο θεός (εν αρχή ην ο Λόγος) και συνεπώς δεν είναι παντοτινός αλλά πρόσκαιρος και προσωρινός που εξαρτάται απόλυτα από το θεό. Να πού ευθύνεται ο διαφορετικός προσανατολισμός της κάθε σχολής! Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεαλιστική θεώρηση του Πλάτωνα, παρόλο που ακολούθησε παράλληλη πορεία με το Δημόκριτο και αργότερα με τον Επίκουρο, δε συναντήθηκαν ποτέ. Γι αυτό και η υλιστική θεώρηση του κόσμου είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της ύπαρξης του θεού. Κάθε ανάμειξη μεταξύ τους είναι «μπασταρδεμένη φιλοσοφία» που οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό.
Σε ολόκληρη την έκταση αυτού του blog ο όρος «διαλεκτική» εμφανίζεται διάσπαρτα πότε εδώ και πότε εκεί και ιδιαίτερα μέσα στα σχόλια που μεταξύ μας κάνουμε. Ετυμολογικά ο όρος προέρχεται από το «διαλέγομαι» που εκφράζει την τέχνη της ομιλίας ή της συζήτησης, στην προσπάθειά μας να βρεθεί ένας τρόπος να αποδείξουμε κάτι ή να το διαψεύσουμε.
Πώς γίνεται όμως αυτό;
Επειδή πολλοί δεν το κατανοούν ή αγνοούν τελείως την μεθοδολογία αυτή, που κι εγώ κατά κόρον χρησιμοποιώ, θα προσπαθήσω να βρω έναν τρόπο κατανόησης ώστε μεταξύ μας να χρησιμοποιούμε κοινή γλώσσα και λογική.
Από την εποχή του Επίκουρου, ο μεγάλος φιλόσοφος απαιτούσε ανάμεσα στους συζητητές να χρησιμοποιούνται για τις λέξεις οι ίδιες έννοιες. Σ’ αυτό μερικές φορές μπορεί να βοηθήσουν και οι συμβάσεις που κάνουμε μεταξύ μας. Βέβαια σαν έννοια η «διαλεκτική» στη διάρκεια της ιστορίας πήρε πολλές μορφές. Ο Αριστοτέλης λέει εμφανίζεται από την Ελεατική σχολή των προσωκρατικών όπου ο Ζήνων επεδίωξε την αναίρεση των Πυθαγορείων. Ο Ηράκλειτος όμως την χρησιμοποίησε κάνοντας λόγο για την αέναη κίνηση των πραγμάτων.
Νομίζω στον Ηράκλειτο πρέπει να αποδώσουμε την επινόηση της διαλεκτικής που πρώτος αντιλήφθη την αδιάκοπη πάλη των αντιθέτων. Η Ελεατική σχολή ήταν απόλυτα αντίθετη στην αντίληψη του Ηράκλειτου για την κίνηση. Ο Παρμενίδης δεχόταν την κίνηση σαν ψευδαίσθηση και το Σύμπαν μοναδικό, συνεχές και ακίνητο. Όμως αρκούν αυτά σαν πρόλογο αφού το θέμα μας αλλού αποσκοπεί.

Η διαλεκτική σαν μεθοδολογία και λογική επιχειρηματολογία έχει εφαρμογή στη σκέψη, στη φύση και στην ιστορία. Θέματα δηλαδή που συνεχώς θίγουμε εδώ. Συχνά επίσης αναφέρω ότι μέσα από τις αντιθέσεις προσπαθούμε να βρούμε την αλήθεια και γι αυτό τις θεωρώ όχι σαν λόγο για να διαφωνήσουμε αλλά σαν τρόπο για να τις ξεπεράσουμε και να βρούμε την αλήθεια ή έστω, αν θέλετε, να συνεννοηθούμε. Ο εριστικός διάλογος δεν ωθεί προς την αλήθεια, το ξεπέρασμα δηλαδή των αντιθέσεων, αλλά μας σπρώχνει προς το διχασμό και τον πόλεμο. Δημιουργεί διαφωνία και μίσος, σαν αυτό που μόνιμα βρίσκεται στις καρδιές των πιστών, ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκείες ή και μέσα στην ίδια, ανάμεσα στην «ορθή» δόξα και την αίρεση.

Στην διαλεκτική τα δυο αντίθετα αποτελούν την θέση και την αντίθεση που αίρονται σε κάτι ανώτερο: στην σύνθεση. Έτσι ξεπερνούμε τις αντιθέσεις στη σκέψη μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Σαν φιλοσοφική μέθοδος η διαλεκτική αποκαλύπτει την κινητήρια δύναμη και την πηγή κάθε εξελικτικής διαδικασίας στην φύση και την κοινωνία.
Βασικές της θέσεις είναι.
α) Θεωρεί την ύλη σαν το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου.
β) Δέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων.
γ) Υποστηρίζει ότι η κίνηση και η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων.

Τόσο ο υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικός ή μεταφυσικός, όμως ο υλισμός ποτέ δεν ταυτίζεται με την μεταφυσική γιατί η επιστημονική πρακτική ποτέ δεν συνδέθηκε με τον ιδεαλισμό.
Οι ιδεαλιστές, την διαλεκτική δεν την εφαρμόζουν ούτε στην εξήγηση των φαινομένων της φύσης, ούτε στην γνώση. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα, αλλά αΐδιος και παντοτινός. Ούτε μπορούν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα των νόμων ή την ύπαρξη των αντικειμενικών νομοτελειών της φύσης και γι αυτό δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η κίνηση της ύλης είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της ύπαρξης και της ουσίας της! Την φύση δεν την έφτιαξε κανένας θεός και γι αυτό δεν κατευθύνεται από θεούς, αλλά από φυσικές δυνάμεις και τους νόμους που την ορίζουν.


Επίσης, δεν κατανοούν γιατί η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη και αποτέλεσμα της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γι αυτό και θεωρούν την ύλη… προϊόν του πνεύματος κι όχι το αντίθετο.
Πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό: Η ενότητα του κόσμου, συνίσταται στην υλικότητά του και η νόηση είναι προϊόν του ανθρώπινου εγκεφάλου, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος είναι με τη σειρά του προϊόν της νομοτελειακής ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας.
Με λίγα λόγια, όπως έλεγε και ο Φώερμπαχ ο υλισμός, ο αισθητός κόσμος, στον οποίο ανήκουμε και εμείς οι ίδιοι, είναι ο μοναδικός πραγματικός και υπαρκτός κόσμος, ενώ όλα τα άλλα είναι ιδεαλιστικές ανοησίες.
Να γιατί ο διαλεκτικός υλισμός είναι το θεωρητικό όπλο του αναζητητή της αλήθειας και το ανώτατο επίτευγμα της φιλοσοφικής σκέψης. Μόνο χάριν αυτής μπορούμε να αποκτήσουμε τη λογική που αντιστέκεται στην αλλοτριωμένη μας συνείδηση και μας αποξενώνει από τον κόσμο. Διαφορετικά, χαμένοι στον ίδιο μας τον κόσμο, θα υπνοβατούμε στο υπερβατικό και την ουτοπία!

Τέλος πρέπει να ξέρουμε ότι η διαλεκτική, απαλλαγμένη από τη μεταφυσική, θα γίνει αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες και το χρηστικότερο μέσον για τη διερεύνησή της.
Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού με τον καλύτερο τρόπο, γιατί διαλεκτική σημαίνει κίνηση. Κίνηση της φύσης, της γνώσης και της κοινωνίας σε ένα αέναο γίγνεσθαι!
Να ένα παράδειγμα ξεπεράσματος της αντίθεσης: Στην κλασική φυσική η ύλη και το κενό αποτελούν την αντίθεση (το ον και το μη ον της αρχαιότητας). Στην κβαντομηχανική το κενό θεωρείται «μέσον», είναι φορέας ενέργειας που μετέχει στους μετασχηματισμούς των σωματιδίων. Η «διακύμανση του κενού» χρειάζεται διαλεκτική λογική προκειμένου να κατανοηθεί! Χωρίς αυτήν κινδυνεύουμε να παρεκτραπούμε σε ιδεαλιστικές ανοησίες και ο ιδεαλιστής δεν διαθέτει τα μέσα για να απαλλαγεί από την οντολογική αβεβαιότητα, υιοθετώντας στη λογική του το θεό για να καλύψει τα κενά. Τα κενά αυτά, οι ιδεαλιστές τα αναπληρώνουν με τον μυστικισμό, τις δεισιδαιμονίες, την μαγεία, την αστρολογία και κάθε λογής παραλογισμό που υποτίθεται εκπορεύεται με μυσταγωγικό τρόπο από το θεό.
Οι ιδέες και τα αισθήματα είναι υποκειμενικά δεδομένα και όχι πραγματικές οντότητες. Δεν έχουν φυσικό αντίκρισμα και γι αυτό δεν μπορούν ούτε να αποδειχτούν ούτε να διαψευστούν. Ο φυσικός κόσμος, λοιπόν, διέπεται από νόμους που αποκλείουν οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση. Καμιά φυσική εξίσωση δεν προβλέπει θεϊκή παρέμβαση.
Ο υλισμός θεμελιώνεται στα αξιώματα της αντικειμενικότητας και γι αυτό θεωρεί ότι νόηση, χωρίς υλικό υπόβαθρο, δεν μπορεί να υπάρξει. Η νόηση είναι προϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου και όχι υλική ουσία και γι αυτό δεν μπορεί να έχει αυτοτελή ύπαρξη.
Να γιατί η θρησκεία και ο μυστικισμός είναι η φενακισμένη αντίληψη της πραγματικότητας και όσοι εγκλωβίζονται σ’ αυτήν, εκτός του ότι ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο, ζουν αποξενωμένοι σ’ αυτόν, υπονομεύοντας την επίγεια ζωή και υποταγμένοι στο ψέμα ζουν με την ψευδαίσθηση της μετά θάνατον ανταμοιβής ή με τον φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας που γελοιοποιεί τη λογική και την αισθητική του νοήμονος ανθρώπου.

Η επόμενη ανάρτηση στις 15 Φλεβάρη.
Θέμα: Απ’ τον σκεπτικισμό στον αγνωστικισμό και στην τύφλα μας τη μαύρη

Τα βιβλία μου

Τα βιβλία μου
ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (2014 σελ. 306) Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ

Τα βιβλία μου

Τα βιβλία μου
ΧΑΛΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (2010 δοκίμιο 608 σελίδες) Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ

Τα βιβλία μου

Τα βιβλία μου
Η ΚΤΗΝΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ (1998 μυθιστόρημα 348 σελίδες) Εξαντλημένο. Λίγα κομμάτια μόνο στο βιβλιοπωλείο "Βιβλιοχαμός" Μαυροκορδάτου 7 Αθήνα σε προσιτή τιμή. Τηλέφωνο 2103824629

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ

1. Οι θρησκείες, το είπαμε πολλές φορές, δεν ενώνουν τους ανθρώπους. Τους χωρίζουν.

Λαίλαπα για την ανθρωπότητα οι θρησκείες, δηλητηριάζουν τη ζωή!

Όπως έλεγε και ο Βολτέρος «Εκείνοι που μπορούν να σε κάνουν να πιστέψεις σε ανοησίες, μπορούν να σε κάνουν να διαπράξεις και εγκλήματα»!

2. Διαβάστε στο άλλο blog Τετραφάρμακος, το επίκαιρο άρθρο Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;


3. Στο έτερο blog «Ας φιλοσοφήσουμε για τη φιλία» αναρτήθηκε νέο θέμα «Για τη φιλία και τη ζωή σύμφωνα με τον Επίκουρο»

4. Πρόσκληση για δράση: αιτήσεις κατάργησης προσευχής και θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία

5. Να και μια είδηση που ενδιαφέρει: Παιδική κατασκήνωση για...άθεους

Επιτέλους υπάρχει επίθεση στην οπισθοδρόμηση!

6. Αντικαταστήστε άχρηστες θρησκευτικές γιορτές με ουσιαστικές γιορτές που εξυψώνουν τον άνθρωπο και την αλήθεια!

Απολαύστε το Children of Evolution και την «Ημέρα της Εξέλιξης» σαν μια πιθανή γιορτή που δεν θα αργήσει να γιορταστεί απ’ όλους μας!

7. Επίσης μην ξεχάσετε κι αυτό: Is This The Real Thing


Σχολιάστε το blog στο σύνολό του

Σχολιάστε το blog στο σύνολό του
Κάντε κριτική, πέστε τη γνώμη σας. Πείτε τη γνώμη σας άφοβα, ελεύθερα, ξάστερα!
Λόγω μεγάλου αριθμού σχολιαστών, παρακαλώ στο τέλος των σχολίων επιλέξτε Νεώτερο ή πατήστε εδώ.





Χριστιανικοί Βανδαλισμοί

Δείτε το λογοκριμένο κομμάτι της ταινίας του Κώστα Γαβρά για τους βανδαλισμούς των Χριστιανών επί της Ζωοφόρου του Παρθενώνα ΕΔΩ.

Ντοκιμαντέρ του Bill Maher Religulous 1 έως 11 με ελληνικούς υπότιτλους

Δείτε το Ντοκιμαντέρ του Bill Maher με ελληνικούς υπότιτλους. Αν δεν εμφανίζονται υπότιτλοι, πατάτε το άσπρο τρίγωνο κάτω δεξιά ενώ παίζει το video και στην στήλη που εμφανίζεται ενεργοποιείτε τους υπότιτλους πατώντας το κουμπί CC. Καλή διασκέδαση. Religulous 1 Religulous 2 Religulous 3 Religulous 4 Religulous 5 Religulous 6 Religulous 7 Religulous 8 Religulous 9 Religulous 10 Religulous 11 …και μια μικρή συνέντευξη του Richard Dawkins στον Bill Maher για όλα

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ - Richard Dawkins

Παρακολουθήστε τις βλαβερές συνέπειες της θρησκείας μέσα από πέντε μικρά video του Richard Dawkins (μέσω paratiritis7's Channel) Αν δεν εμφανίζονται οι ελληνικοί υπότιτλοι ενεργοποιήστε τους με το κουμπί στη δεξιά κάτω πλευρά της οθόνης. Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ video: 1-5